Η ενότητα δεν είναι μια διοικητική κατάσταση, αλλά ευχαριστιακή κοινωνία εμπνευσμένη από το Άγιο Πνεύμα

Λόγος του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αντανίας κ. Παρθενίου, εκφωνημένος στη Ιερά Μονή Ράιτσιτσα, στην μνήμη της ανακομιδής των Λειψάνων του Αγίου Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου Γεωργίου – του Αγίου Γεωργίου του Νοεμβρίου, στις 3/16 Νοεμβρίου 2025


Σεβασμιώτατε,

αγαπητοί μοναχοί και μοναχές,

αγαπημένοι μου αδελφοί,

Με ευγνωμοσύνη προς τον δωρεοδότη Θεό, που μας χάρισε ξανά τη δυνατότητα να συγκεντρωθούμε σήμερα στο όνομά Του, τιμούμε τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου – τη δεύτερη ετήσια εορτή αυτού του παγκοσμίως δεδοξασμένου Τροπαιοφόρου του Χριστού. Η χαρά μας είναι ιδιαίτερα μεγάλη, διότι σήμερα ανάμεσά μας βρίσκεται ο αγαπημένος εν Χριστώ αδελφός και συλλειτουργός μας, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ίμβρου και Τενέδου κ. Κύριλλος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ο οποίος με τον λόγο του πριν λίγο μάς ύψωσε προς το μεγαλείο της μαρτυρίας του Αγίου Γεωργίου.

Αν και αρχικά δεν σκόπευα να μιλήσω για το θέμα που ακολουθεί, ωστόσο μέσα σε αυτή τη ιερή ατμόσφαιρα ευχαριστίας ένιωσα την ανάγκη να πω λίγα λόγια για τη διαδικασία της αποδοχής μας στη λειτουργική και κανονική ενότητα με όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία, μέσω της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως – της Μητέρας Εκκλησίας όλων των τοπικών Εκκλησιών εκτός της αρχαίας Πενταρχίας.

Στην Εκκλησία του Θεού κάθε αληθινό και μεγάλο έργο δεν είναι επίτευγμα ενός μόνο ανθρώπου, αλλά καρπός της συνοδικότητας. Η ενότητα, όπως μας διδάσκει η Αγία Γραφή, είναι χαρισματικό δώρο του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο «συνδέει όλο το σώμα»[1]. Κατά συνέπεια, αυτό που συνέβη με την τοπική μας Εκκλησία – δηλαδή η αναγνώριση και η αποδοχή της σε λειτουργική και κανονική ενότητα – δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε σε ένα πρόσωπο, ούτε σε μια μεμονωμένη δομή, αλλά αποτελεί ευλογημένη συνέπεια του ιερού συνοδικού φρονήματος της Εκκλησίας.

Κι αν σήμερα κάποιοι προσπαθούν να αποδώσουν τα εύσημα μόνο στον εαυτό τους, εμείς οφείλουμε, με ισορροπημένη πνευματική συνείδηση, να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η διαδικασία ήταν έκφραση της κοινής μαρτυρίας όλων των αρχιερέων μας, υπό την σοφή καθοδήγηση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου μας κ.κ. Στεφάνου, ο οποίος με ταπείνωση και υπομονή σήκωσε το βάρος ολόκληρης της πορείας. Και μπορώ να μαρτυρήσω ότι η ιστοριογραφία μια μέρα πράγματι θα καυχηθεί γι’ αυτή την επιδέξια και ολοκληρωμένη διαδικασία αναγνώρισης. Στα εκκλησιαστικά ζητήματα, η σοφία πολλές φορές δεν φαίνεται σε βροντερές δηλώσεις, αλλά στη σεμνότητα και τη σταθερότητα μέσα στις οποίες γεννιούνται οι πιο σημαντικές αποφάσεις.

Η διαδικασία της αποκαταστάσεως της κανονικής μας ενότητας δεν πραγματοποιήθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη. Ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιας προσευχής και εκκλησιαστικο-διπλωματικής ωριμότητας. Συγκεκριμένα, ήδη πριν από την πανδημία του κορωνοϊού, και ιδιαίτερα το 2018, ανάμεσα στην τοπική μας Εκκλησία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο ξεκίνησε πιο εντατική συνεργασία μέσω των επίσημων διαύλων επικοινωνίας. Απεστάλησαν πολλά γράμματα – τόσο από την Εκκλησία, όσο και από κορυφαίες κρατικές αρχές, ώστε να εκφραστεί η ενότητα της λαϊκής βούλησης – με σαφές αίτημα να εξεταστεί το ιστορικό μας εκκλησιαστικό ζήτημα, θεμελιωμένο στους κανόνες και στην παράδοση της Ανατολικής Εκκλησίας. Όλα αυτά έχουν καταγραφεί στα αμοιβαία αρχεία, με ακριβείς ημερομηνίες και υπογραφές.

Την ίδια περίοδο, η Ιερά Σύνοδος της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος ανέλαβε διπλωματική πρωτοβουλία και προς άλλες τοπικές Εκκλησίες, με σκοπό το εκκλησιαστικό μας ζήτημα – που ως τότε όλη η ορθόδοξη οικουμένη θεωρούσε ως εσωτερικό θέμα της Εκκλησίας της Σερβίας – να διεθνοποιηθεί. Στο πλαίσιο αυτό, βρέθηκε μια κανονική οδός στην οποία συμμετείχε και η Εκκλησία της Βουλγαρίας, δείχνοντας διάθεση να αντιμετωπίσει το ζήτημα αντικειμενικά και να συγκροτήσει επιτροπή. Όλα αυτά βοήθησαν να αναδειχθεί το γεγονός ότι στον χώρο όπου ιστορικά υπήρχε η αρχαία Αρχιεπισκοπή Αχρίδας, κατά τους αιώνες διαδέχθηκαν πολλές κανονικές δικαιοδοσίες. Έτσι άνοιξε ένα νόμιμο παράθυρο για να προσφύγει η Εκκλησία μας στην ανώτατη διοικητική και κανονική αρχή του ορθόδοξου κόσμου – το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.

Παράλληλα λοιπόν με όλα αυτά, τόσο η Εκκλησία μας όσο και οι κρατικοί φορείς – και ιδιαίτερα η Ιερά Σύνοδος υπό τη σοφή καθοδήγηση του Αρχιεπισκόπου – με υπομονή και φρόνηση συντόνιζαν τα βήματα που τελικά οδήγησαν στη καθοριστική στιγμή: την αποστολή της επιστολής προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, με επίκληση του αρχαίου δικαιώματος του εκκλήτου προσφυγής, που βασίζεται στους Θ΄ και ΙΖ΄ κανόνες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που πραγματοποιήθηκε στη Χαλκηδόνα το 451 μ.Χ. Όταν λοιπόν η επιστολή – υπογεγραμμένη από όλους τους αρχιερείς της Ιεράς Συνόδου – εστάλη, η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, με την ποιμαντική του ευαισθησία και την κανονική του ακρίβεια, ανέλαβε το ζήτημα με ξεκάθαρη μέριμνα για την ορθόδοξη ενότητα στο Σώμα του Χριστού. Ας θυμηθούμε εδώ τα αποστολικά λόγια: «πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω»[2]. Ακριβώς έτσι ενήργησε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο: κανονικά, τακτικά, χωρίς διάθεση παρεμβάσεως σε ξένα ζητήματα, αλλά με καθήκον που του ανήκει σύμφωνα με τους συνοδικούς κανόνες και την ιερά Παράδοση.

Στην ορθόδοξη εκκλησιολογία, η ενότητα δεν νοείται ως διοικητική κατάσταση, αλλά ως ευχαριστιακή κοινωνία, εμπνευσμένη από το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό είναι ακατάλληλο ότι σήμερα κάποιοι προσπαθούν να αποδώσουν αποκλειστικά εύσημα στον εαυτό τους ή να αλλοιώσουν τον συνοδικό χαρακτήρα αυτής της πορείας διαμορφώνοντας άλλες αφηγήσεις. Όπως το σώμα έχει πολλά μέλη αλλά μία λειτουργία[3], έτσι και στην Εκκλησία η προσφορά του καθενός έχει αξία μόνο μέσα στο πλαίσιο της κοινότητας. Αυτό το ιστορικό γεγονός ήταν καρπός της δράσης ολόκληρης της Εκκλησίας μας: επισκόπων, κληρικών, αλλά και πολλών λαϊκών που βοήθησαν με την κοινωνική τους θέση, ως μαρτυρία ότι όλος ο λαός ποθούσε την εκκλησιαστική ενότητα.

Δεν είναι άγνωστο ότι προηγουμένως η Εκκλησία μας επί δεκαετίες υπήρξε εκτεθειμένη σε σοβαρές δοκιμασίες, πολύπλευρη απομόνωση και αδικίες. Πολλοί από τους γείτονές μας μάς αποκαλούσαν σχισματικούς, αμφισβητούσαν ακόμη και την χάρη των ιερών μυστηρίων μας και, αντίθετα με τους ιερούς κανόνες, θεωρούσαν άκυρα τα μυστήρια που τελούσαμε. Σε όλα αυτά η απάντησή μας ήταν υπομονή, όχι εκδίκηση· προσευχή, όχι μίσος· σταθερότητα, όχι παράδοση στην απόγνωση. Έτσι, η Εκκλησία μας εκπλήρωσε τις προϋποθέσεις της αληθινής εκκλησιολογικής ωριμότητας.

Και αφού πλέον έγινε φανερό ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο επρόκειτο να αναγνωρίσει το κανονικό μας κύρος και την ιστορική μας κληρονομιά με το όνομα Αρχιεπισκοπή Αχρίδος, μετά από πολυετή παραμέληση, στη διαδικασία συμμετείχε και η Εκκλησία της Σερβίας. Για χάρη της αλήθειας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διαδικασία συμφιλιώσεως με τη Εκκλησία της Σερβίας εντάθηκε μετά τα Θεοφάνια του 2022. Αυτά είναι γεγονότα που δεν μπορούν να αποσιωπηθούν. Και δεν θα έπρεπε να ταράζουν κανέναν, γιατί όλα έγιναν στον καιρό τους και με την οικονομία του Θεού, «όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου»[4]. Βεβαίως, αυτό παραμένει για εμάς μια σημαντική στιγμή, διότι – όπως λέει ο απόστολος – «εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες»[5].

Σήμερα κάποιοι λένε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έπρεπε να παρέμβει. Όμως οι ίδιοι, που τώρα το ισχυρίζονται αυτό, στο παρελθόν είχαν ζητήσει τη συνεργασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου σχετικά με το δικαίωμά του στο Έκκλητον και με την προνομία του να χορηγεί αυτοκεφαλία. Δεν το λέω αυτό για να κατηγορήσω κανέναν, αλλά για να υπενθυμίσω ότι η Εκκλησία δεν ζει από στιγμιαίες παρορμήσεις, αλλά από την ιστορική αλήθεια και την κανονική τάξη. Το λέω αυτό με λύπη, διότι κάθε υποτίμηση της Ιεράς Συνόδου αποτελεί υποτίμηση της κοινότητας. Και αυτή ακριβώς η κοινότητα, αυτή η συνοδικότητα, ήταν η δύναμή μας στα προηγούμενα χρόνια. Και θα το επαναλάβω ακόμη μία φορά: η εκκλησιαστική και κοινωνική ιστοριογραφία μας θα καταγράψει ότι η διαδικασία πραγματοποιήθηκε με σοφία, υπομονή και μεγάλη πνευματική ωριμότητα. Και ότι, τελικά, εκείνοι που επί χρόνια κρατούσαν επιφυλακτική στάση, ήρθαν και ζήτησαν διάλογο – όχι για πολιτικούς υπολογισμούς, αλλά επειδή ο σοφός Οικουμενικός Πατριάρχης, με τα πατρικά του γράμματα, τις επαφές του και την επίμονη αγάπη του για την Εκκλησία, έδειξε ότι είχε έρθει ο καιρός της ενότητας.

Γι’ αυτό, εμείς ποτέ – ούτε πνευματικά ούτε ιστορικά – δεν πρέπει να ξεχάσουμε τον μεγάλο ρόλο του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου. Όταν πολλοί δεν ήθελαν ούτε να συζητήσουν μαζί μας, εκείνος μας δέχτηκε, μας άκουσε και μας αγκάλιασε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και στην επίσημη ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τα πατριαρχικά μηνύματα άρχισαν να δημοσιεύονται και στη γλώσσα μας, ως σαφές σημάδι ότι η εθνική μας ταυτότητα δεν αποτελεί εμπόδιο, αλλά πλούτο. Εκείνος ήταν ο πρώτος που με ανοιχτή καρδιά δέχτηκε το αίτημά μας, που εξέτασε τα επιχειρήματά μας και που κανονικά επιβεβαίωσε την ένταξή μας στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Η ευγνωμοσύνη, όπως μας διδάσκουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, είναι αρετή που διαφυλάσσει τη χάρη· η αχαριστία, αντιθέτως, είναι αμαρτία που την αποδιώκει.

Στην Ορθόδοξη Παράδοση, η εκκλησιολογία είναι βαθύτατα συνδεδεμένη με τη δογματική θεολογία. Στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε καθημερινά: «Πιστεύω… εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Αυτό δεν είναι μία απλή διατύπωση, αλλά η οντολογία της υπάρξεώς μας εν Χριστώ. Γι’ αυτό, κάθε διατάραξη της ενότητας, είτε προέρχεται από αρχιερέα, είτε από ιερέα, είτε από λαϊκό, δεν αποτελεί διοικητικό σφάλμα, αλλά τραύμα στην ίδια τη φύση της Εκκλησίας. Όπως προειδοποιεί ο Απόστολος: «Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, σκοπεῖν τοὺς τὰς διχοστασίας καὶ τὰ σκάνδαλα ποιοῦντας»[6].

Γι’ αυτό σήμερα, παρουσία του αγαπητού μας αδελφού και συναγωνιστή, του Μητροπολίτη κ. Κυρίλλου, ο οποίος συμμετείχε και συνηγόρησε για την κανονική μας αποδοχή, επαναλαμβάνουμε την ιερή μας ευγνωμοσύνη – όχι ως ανθρώπινη χάρη, αλλά ως εκκλησιαστική μνήμη του αγαθού έργου.

Χάρη σε εκείνη τη ιστορική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 9 Μαΐου 2022, οι πιστοί μας σήμερα μπορούν ελεύθερα να κοινωνούν σε όλες τις ορθόδοξες αγίες εκκλησίες σε όλον τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου και του Αγίου Όρους. Αυτό είναι ο καρπός της επιστροφής στο κανονικό ενωτικό σώμα. Αυτό είναι δώρο που πρέπει να φυλάμε με φόβο Θεού και με ευγνωμοσύνη.

Παρακαλούμε τον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο και Αυτόν τον ίδιο τον Κύριο της Δόξας να στερεώνουν την εκκλησιαστική μας ενότητα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με όλες τις αδελφές Ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά και μεταξύ μας. Να αυξανόμαστε στην αγάπη και στην ειρήνη, ώστε να μαρτυρούμε ότι η Εκκλησία είναι ένα Σώμα του Χριστού.

Σας ευχαριστώ όλους για την παρουσία σας σήμερα. Μεγάλη χαρά ένιωσα όταν είδα πόσος κόσμος συγκεντρώθηκε εδώ για αυτή την πανήγυρη, η οποία δεν είναι η κύρια εορτή της Μονής.

Τέλος, ως μαρτυρία της πνευματικής μας ενότητας και της αγάπης μας προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη κ. Κύριλλο, του προσφέρουμε ένα αντίγραφο της εικόνας της Υπεραγίας Θεοτόκου από την Ιερά Μονή Πρέτσστα Κιτσέβου – εικόνα την οποία αυτός ιδιαιτέρως τιμά. Άξιος!

Ο Θεός να σας ευλογεί όλους! Οι προσευχές και οι πρεσβείες του Αγίου Γεωργίου να είναι με όλους σας!


[1] Εφ. 4, 16.

[2] Ά Κορ. 14, 40.

[3] βλ. Ά Κορ. 12, 12.

[4] Γαλ. 4, 4.

[5] Ρωμ. 12, 18.

[6] Ρωμ. 16, 17.