«Σήμερα το στέμμα της επίγειας βασιλείας αναβάλλει η Βασίλισσα των πόλεων όλων, σε μαρτύριο παραδιδόμενο καθαρίζεται με πυρ το δώρο του Κωνσταντίνου, η Πόλης της Θεομήτορος, και από τα χέρια του Ποιητού των αιώνων στεφάνι υπέρλαμπρο της αιώνιας δόξας δέχεται ο οίκος των αγίων και η Πόλη αγαπημένη»
Στην ιερά μνήμη της Εκκλησίας, η 29η Μαΐου δεν είναι απλώς η ημερομηνία ενός ιστορικού γεγονότος και η επέτειος της πτώσεως μιας πόλεως, αλλά ημέρα βαθιάς πνευματικής θεωρίας επάνω στο μυστήριο του πόνου, της πιστότητας και της ελπίδος. Διότι η Κωνσταντινούπολη, η Νέα Ρώμη, η Βασιλεύουσα των πόλεων, δεν υπήρξε μόνον πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας, αλλά η καρδιά ενός χριστιανικού πολιτισμού, το θυσιαστήριο της Ορθοδόξου Παραδόσεως, η καθέδρα Οικουμενικών Συνόδων, φάρος θεολογίας, τέχνης και προσευχής. Στους ναούς της δοξολογείτο το όνομα του Χριστού με ανέκφραστη ωραιότητα· στις ιερές μονές της ωρίμαζε ο ασκητικός αγώνας των οσίων· στα παλάτια και στους δρόμους της εκτυλισσόταν το δράμα μιας ιστορίας που επιθυμούσε να μεταμορφώσει τον κόσμο με τη δύναμη του Ευαγγελίου.

Καμία άλλη πόλη δεν έφερε μέσα της τόσο έντονα τη σφραγίδα της χριστιανικής ιστορίας όσο η Κωνσταντινούπολη. Εάν η Ιερουσαλήμ υπήρξε ο τόπος του Σταυρού και της Αναστάσεως, τότε η Κωνσταντινούπολη υπήρξε ο τόπος όπου αυτή η σωτήρια αλήθεια έλαβε λαμπρή συνοδική έκφραση στη ζωή της Εκκλησίας και των λαών. Από εκεί διαχύθηκε προς κάθε κατεύθυνση το φως της ορθοδόξου ομολογίας· από εκεί διαμορφώθηκαν οι δογματικοί όροι της πίστεως· από εκεί εξαπλώθηκε η λειτουργική ευπρέπεια, η οποία ανέθρεψε γενεές ολόκληρες στη γεύση των ουρανίων. Γι’ αυτό η μνήμη της πτώσεώς της δεν είναι απλώς λύπη για μια χαμένη αυτοκρατορία, αλλά κλήση να μη λησμονηθεί η πηγή από την οποία ποτίσθηκαν αναρίθμητοι χριστιανικοί λαοί και πολιτισμοί.
Η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 σήμανε το τέλος μιας επίγειας ιστορικής εποχής, όχι όμως και το τέλος της πνευματικής της αποστολής. Τα ορατά τείχη κατακτήθηκαν, αλλά τα αόρατα θεμέλια της κληρονομιάς της παρέμειναν ακλόνητα. Η Κωνσταντινούπολη έπεσε, αλλά δεν έπεσε η ιδέα της· δεν έσβησε το φως της ούτε διακόπηκε η επίδρασή της στη ζωή της Εκκλησίας. Διότι το πνεύμα της Ρωμηοσύνης, αυτή η χαριτωμένη και μεταμορφωμένη σύνθεση πίστεως, σοφίας, λατρείας και πολιτισμού, συνέχισε να ζει σε όλους εκείνους τους λαούς που ποτίσθηκαν από το βυζαντινό πνευματικό θησαυροφυλάκιο. Και σήμερα, όταν ο κόσμος όλο και περισσότερο λησμονεί τις ιερές του πηγές, οι χριστιανοί δεν πρέπει να ξεχνούν τη Νέα Ρώμη, η οποία επί περισσότερο από έντεκα αιώνες υπήρξε πρωτεύουσα της χριστιανοσύνης και ενός πολιτισμού διαμορφωμένου από τον Σταυρό και την Ανάσταση.

Ιδιαιτέρως εμείς οι Ορθόδοξοι καλούμαστε, με ευγνωμοσύνη και ευλάβεια, να διαφυλάττουμε τη μνήμη της Κωνσταντινουπόλεως, διότι αυτή δεν είναι απλώς μια ιστορική πρωτεύουσα· είναι ζωντανό κέντρο της συνοδικής συνειδήσεως της Εκκλησίας. Σήμερα, δια της φωτεινής και ταπεινής μαρτυρίας του πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου, η Κωνσταντινούπολη εξακολουθεί να είναι η Μητέρα της Ορθοδοξίας, το πρωτόθρονο κέντρο, το οποίο με ήρεμη αλλά ακλόνητη δύναμη μαρτυρεί την αδιάκοπη συνέχεια της αποστολικής και πατερικής Παραδόσεως. Μέσα σε αυτήν και δι’ αυτής, η Νέα Ρώμη παραμένει και σήμερα ο πνευματικός άξονας της ορθοδόξου οικουμένης, υπενθυμίζοντάς μας ότι η αληθινή δόξα της Εκκλησίας δεν βρίσκεται στην επίγεια υπεροχή, αλλά στην πιστότητα προς τον Χριστό, στην ενότητα της πίστεως και στη χαριτόβρυτη διακονία προς όλους.
Γι’ αυτό, μνημονεύοντας σήμερα την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, δεν παραδινόμαστε σε ιστορική απελπισία, αλλά ανανεώνουμε την ευθύνη μας απέναντι στην κληρονομιά που μας παραδόθηκε. Προσευχόμαστε για την ανάπαυση όλων εκείνων που κατέθεσαν τη ζωή τους επάνω στα τείχη της, υπερασπιζόμενοι τα Ιερά και την ορθόδοξη πίστη· προσευχόμαστε επίσης να παραμείνουμε κι εμείς άξια τέκνα αυτής της ιεράς Παραδόσεως, πιστά στη Μητέρα Εκκλησία και στην ενότητα μέσα στην αλήθεια. Διότι οι πόλεις μπορούν να κατακτηθούν, οι ναοί μπορούν να βεβηλωθούν, οι αυτοκρατορίες μπορούν να εξαφανισθούν· όμως ό,τι έχει σφραγισθεί με τη χάρη, με το αίμα των μαρτύρων και με τα δάκρυα των αγίων, παραμένει αιώνιο.

Μέσα σε αυτή την ιερή και ευγνώμονα μνήμη ζει και η δική μας Ιερά Μονή Μπίγκορσκι. Κάθε χρόνο, με την ευλογία του αγαπητού μας Γέροντος, του Επισκόπου Αντανίας κ. Παρθενίου, η αδελφότητα μνημονεύει προσευχητικώς όλους εκείνους που έπεσαν στις επάλξεις της Κωνσταντινουπόλεως και της ορθοδόξου πίστεως: τους υπερασπιστές των Ιερών, της Βασιλεύουσας των πόλεων και της Παραδόσεως, η οποία δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν, αλλά και στη ζωντανή συνείδηση της Εκκλησίας. Σε έναν από τους πνευματικούς του στοχασμούς για τη Νέα Ρώμη, ο Γέροντάς μας λέγει με ιδιαίτερο πόνο, αλλά και με ακλόνητη ελπίδα:
«Πράγματι, εμείς οι Ορθόδοξοι δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε την Πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, την Πόλη της Υπεραγίας Θεοτόκου, την Πόλη των αμετρήτων Αγίων, όπου εδραιώθηκε η σωτήρια πίστη και από όπου έλαμψε η Ορθοδοξία για πολλούς λαούς και περιοχές. Και το ίδιο το γεγονός ότι η Μήτηρ Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπάρχει ζωηρώς εκεί μέχρι σήμερα, μαρτυρεί ότι η Πρόνοια του Θεού ίδρυσε εκείνο το Κέντρο της οικουμενικής Ορθοδοξίας και ότι η χάρη του Θεού το συντηρεί και το φροντίζει. Κάποιοι ήθελαν να τον ταπεινώσουν και να το στερήσουν τις ένδοξες θέσεις του, πρώτα απ᾽ όλα την θαυμάσια Αγία Σοφία, και τον μετέφεραν επιτέλους, όχι χωρίς τη γνώση και την πρόνοια του Θεού, στη γειτονιά που λέγεται Φανάρι, απ’ όπου συνεχίζει να τους φωτίζει ιλαρώς όλους με πνεύμα και αλήθεια. Η Μήτηρ Θεού δεν έχει ξεχάσει την Βασιλίδα των πόλεων· οι Άγιοι δεν ξέχασαν την Πόλη των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά ακόμη και σήμερα προστατεύουν την κληρονομιά τους σε αυτήν και καλούν εμάς, τα τέκνα τους, όλους τους Ορθοδόξους, να ενωθούμε γύρω από τον Πρώτο Θρόνο της πίστεως και του πολιτισμού μας και να τον σεβόμαστε και να τον στηριζόμαστε, αποκτώντας με αυτόν τον τρόπο την ευλογία παρά της επουρανίας Πόλεως των Αγίων. Η ενοποίηση στην πίστη του Ευαγγελίου και στην παράδοση των Πατέρων είναι μια από τις πτυχές της καθολικότητος, θα έλεγα – η ποιότητά της, αλλά και προϋπόθεση. Μόνο αυτός που μαζεύει, που προσπαθεί να φέρει τους απομακρυσμένους και χωρισμένους στο ποίμνιο του Χριστού, μόνο αυτός που θεραπεύει τις πληγές σύμφωνα με τις θεραπείες που υποδεικνύουν οι Πατέρες της Εκκλησίας – μόνο αυτός χτίζει, ανανεώνει και ενώνει. Πράττει τα έργα του φωτός, που ταυτόχρονα φέρνουν στο φως τα έργα του σκότους, που στέκονται απέναντι. Αναρωτιέμαι, όταν σήμερα προσπαθώ με τις μέτριες δυνατότητές μου να κρίνω τα γεγονότα στον κόσμο και στην Εκκλησία, αν άλλαξε ο χαρακτήρας του Χριστιανού, χάνοντας τον Χριστό; Έχει χάσει τη συμπόνια, την ανάγκη του γενικού κοινού και την ανάγκη του κάθε αδελφού ξεχωριστά όταν υποφέρει; Χρησιμοποιούμε την ευκαιρία όταν κάποιος πιέζεται από το βάρος του ζυγού, για να πραγματοποιήσουμε κάποιες επιθυμίες και ιδέες μας, που είναι φιλοπαθείς, αυταρχικές και μάταιες; Όμως ο Κύριος δεν μας επιτρέπει ποτέ να μείνουμε χωρίς ελπίδα, αλλά μας καλεί να υπομείνουμε μέχρι το τέλος, γιατί είναι δικό μας να «στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου», ενώ Αυτός αναπληρώνει τις αδυναμίες και αποκαθιστά τη δικαιοσύνη.
Και πράγματι, δεν είναι η Κωνσταντινούπολη ο ακρογωνιαίος λίθος του ορθοδόξου πολιτισμού μας; Κούνια στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε η Ρωμηοσύνη, αυτό το εθνικά ακατάληπτο σύνολο, όχι μόνο ως ιστορικό φαινόμενο, αλλά ως ζωντανή και αιώνια συγκινητική ύπαρξη του αδιαρρήκτου πνεύματος της Ορθοδοξίας, συνυφασμένη με την ανθρώπινη ακμή στο μεγαλειώδες και το όμορφο. Το έπος της Ρωμηοσύνης δεν περιορίζεται στα χρονικά της ιστορίας. Είναι μια ζωντανή, παλλόμενη παρουσία που αντηχεί στην καρδιά κάθε Ορθοδόξου, ανεξάρτητα από την τρέχουσα εθνικότητά του, ενσαρκώνοντας τη σύνθεση της χριστιανικής πίστης και της σοφίας και της εμπειρίας των αιώνων. Αυτή η διαρκής κληρονομιά, σφυρηλατημένη στο χωνευτήρι των θλίψεων, πειρασμών, προκλήσεων και θριάμβων, χρησιμεύει ως φάρος, που καθοδηγεί τον ορθόδοξο άνθρωπο στις μεταβλητότητες της ιστορίας. Η ουσία της Ρωμηοσύνης ξεπερνά τα ίδια τα γεωγραφικά και χρονικά όρια, προσωποποιώντας την αιώνια αναζήτηση της αληθείας, της ομορφιάς και της αρετής. Η κληρονομιά της Ρωμηοσύνης στέκεται επίσης ως μνημείο της ικανότητος του ανθρωπίνου πνεύματος να αντέχει, να προσαρμόζεται και να ακμάζει μέσα στην μεταβαλλόμενη άμμο του χρόνου. Ο πλούτος αυτής της κληρονομιάς, που περιέχεται στη λατρεία, την τέχνη, τη φιλοσοφία, την αισθητική και τη συναναστροφή, προσφέρει μια πηγή σοφίας και έμπνευσης για την πλοήγηση στην πολυπλοκότητα του σύγχρονου κόσμου. Είναι μια κληρονομιά που καλεί όλους τους Ορθοδόξους να ζήσουν σύμφωνα με τις αξίες της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης, καλλιεργώντας μια αίσθηση ενότητος και σκοπού που υπερβαίνει τις ατομικές και συλλογικές προκλήσεις, αλλά ταυτοχρόνως διατηρεί την αυθεντικότητα και τη μοναδικότητα του καθενός εξίσου, ενσωματώνοντας τη διαφορετικότητα σε έναν γενικό πλούτο πολιτισμού και ομορφιάς. Ως εκ τούτου, είναι επιτακτική ανάγκη να αναγνωρίσουμε ότι η πραγματική δύναμη της Νέας Ρώμης δεν βρίσκεται στη σφαίρα της προσωρινής δυνάμης ή στην παγκόσμια αναγνώριση, αλλά στο βάθος της πνευματικής και πολιτιστικής της κληρονομιάς, στην ευλογία και την αγιότητά της, και κυρίως, στη σταυροαναστάσιμη μαρτυρία της. Γιατί ποιο είναι το υψηλότερο εύρος στην πνευματική βιογραφία, αν όχι το ταπεινό μαρτύριο που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη λογική και ξεπερνά τις δυνάμεις; Τότε συνειδητοποιούμε πραγματικά πόσο πολύ μας αγαπά ο Θεός, αλλά πόσο εμείς, επιμένοντας στο κατόρθωμα, Του αποδεικνύουμε ότι η καρδιά μας είναι ο θρόνος Του. Θα τελειώσω αυτή την σκέψη με το επιφώνημα του σημερινού Πατρός της Ρωμηοσύνης, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου: «Συ δε, φιλτάτη Ρωμηοσύνη, βάστα γερά το μαφόρι της Παναγιάς μας, και ακολούθα τα βήματά Της εις το Πραιτώριον, εις το μαρτύριον, εις τον Σταυρόν, εις την Αποκαθήλωσιν και τον Τάφον. Πριν καν να ξημερώση η καινή ημέρα, «Αγνή Παρθένε, Χαίρε» θα ακούσης μαζύ της, «ο σος Υιός Ανέστη τριήμερος εκ Τάφου» και συ, και συ γλυκιά μας Ρωμηοσύνη μαζί Του, μαζί με τον Αναστάντα Χριστός!».
Ας είναι αιωνία η μνήμη όλων των υπερασπιστών της Βασιλεύουσας των πόλεων· και ας μας χαρίσει ο Κύριος να μη λησμονήσουμε ποτέ τη Νέα Ρώμη, την ιερή της αποστολή και την αδιάκοπη μητρική της παρουσία στη ζωή της Ορθοδοξίας. Αμήν.
Στὸ συνημμένο, ἐὰν ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀκούσετε πῶς ἠχοῦσαν οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες στὴν Ἁγία Σοφία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πατήστε στὸν ἀκόλουθο σύνδεσμο:
Ἡχητικὸ τεκμήριο: Πῶς θὰ ἠχοῦσε ἐὰν βρισκόσασταν μέσα στὴν Ἁγία Σοφία πρὶν ἀπὸ 1.500 χρόνια.
Τρισδιάστατη ἀπεικόνιση τοῦ ἀνακατασκευασμένου Κωνσταντινουπόλεως (πατήστε στὸν σύνδεσμο)






